Αν μοιράσει κάποιος στη μέση τα 14 παιχνίδια της ΑΕΚ στο πρωτάθλημα, διαπιστώνει ότι στις πρώτες επτά αγωνιστικές μέτρησε πέντε νίκες και δύο ισοπαλίες, ενώ στις επόμενες επτά τρεις νίκες, δύο ισοπαλίες και δύο ήττες.
Από στατιστικής πλευράς αυτή η κάμψη εξηγείται με τη μείωση της παραγωγικότητας: αμυντικά οι επιδόσεις των Λαρνακέων παρέμειναν σταθερές (πέντε γκολ παθητικό στην πρώτη επτάδα αγώνων, έξι γκολ στη δεύτερη), σε αντίθεση με τις αντίστοιχες επιθετικά. Οι δύο «αφλογιστίες» κόστισαν την πτώση των γκολ από τα 14 στα εννέα και την αυξημένη απώλεια βαθμών.
Οι «κιτρινοπράσινοι» ηττήθηκαν από τις δύο ομάδες που συγκεντρώνουν τις περισσότερες πιθανότητες να αποτρέψουν την παρουσία των Big6 στο Top6 του πρωταθλήματος: τον Άρη (0-1) και την Πάφο (1-3).
Οι δύο αναμετρήσεις κύλησαν εκ διαμέτρου διαφορετικά για την ΑΕΚ. Στο «Τσίρειο» βρέθηκε με παίκτη λιγότερο, δέχτηκε πρώτη γκολ, όμως στο δεύτερο ημίχρονο δεν αξιοποίησε τις δύο αποβολές της «ελαφράς ταξιαρχίας», για να ανατρέψει τα εις βάρος της δεδομένα.
Στην Αρένα η ομάδα του Νταβίντ Καταλά κυριάρχησε απόλυτα στο πρώτο τέταρτο, άνοιξε το σκορ, αλλά εν συνεχεία επαναπαύτηκε (πρόωρα) στις δάφνες της και το «πλήρωσε» με τρία γκολ μέσα σε 22 λεπτά. Ένα σοκ, από το οποίο ουδέποτε συνήλθε.
Ο κοινός παρονομαστής των δύο ηττών είναι ότι προηγήθηκαν διακοπής του πρωταθλήματος: μετά την γκέλα κόντρα στον Άρη οι Λαρνακείς έμειναν χωρίς παιχνίδι για 15 μέρες, ενώ το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό έρχεται 14 μέρες μετά το στραβοπάτημα κόντρα στην Πάφο.
Τον Νοέμβριο, στο πρώτο παιχνίδι μετά από ήττα οι «κιτρινοπράσινοι», καίτοι εμφατικά ανώτεροι, έμειναν στο εντός έδρας 0-0 με τον Ολυμπιακό. Τον Ιανουάριο, στο ΓΣΠ, απέναντι στους «μαυροπράσινους» καλούνται να τα καταφέρουν καλύτερα.




































