«Είχα πει αν δεν παίξω μπάλα στον Λεβαδειακό, θα σταματήσω το ποδόσφαιρο»

Το όνομά μου είναι Ιωάννης, μου αρέσει πολύ, με αυτό έχω βαφτιστεί.

Δεν μου αρέσει τόσο το Γιάννης, προτιμώ το Ιωάννης, το έχω κρατήσει, όποιον με λέει Γιάννη τον διορθώνω. Ο κόουτς, εντάξει, με λέει κάποιες φορές Γιάννη, αλλά οι συμπαίκτες, οι γονείς και οι φίλοι μου Ιωάννη.

Γεννήθηκα σε ένα χωριό στην Ελεύθερη Αμμόχωστο στο Λιοπέτρι, έχω δύο αδερφές μεγάλες και έναν αδερφό στα 20, ο οποίος δεν παίζει ποδόσφαιρο. Από μικρή ηλικία μού άρεσε η μπάλα, άρεσε και στον πατέρα μου, ο οποίος απ’ τα τέσσερα-πέντε μου με είχε στείλει να παίζω εκεί στο χωριό. Στη συνέχεια με επέλεξαν από την ακαδημία της Ανόρθωσης, πήγα και έμεινα ένα-δυο χρόνια.

Αφιερωμένο

Ο πατέρας μου είχε έρωτα με το να παίξω ποδόσφαιρο, με έτρεχε παντού, το έλεγε στη μάνα μου, εκείνη του απαντούσε «σιγά να μην τρέχω έτσι τον μικρό», αλλά πλέον και η ίδια είναι τρελαμένη με την μπάλα. Όταν είχε Champions League, Τρίτες και Τετάρτες στις 21:45, ενώ παλιότερα πηγαίναμε για ύπνο απ’ τις 21:00, ο μπαμπάς καθόταν μέχρι τις 12 παρά μαζί μου, μερικές φορές κοιμόταν στον καναπέ κι εγώ καθόμουν κι έβλεπα την μπάλα, ενώ την επομένη μπορεί να είχαμε εκείνος δουλειά κι εγώ σχολείο.

Ο πατέρας μου έχτιζε σπίτια και η μητέρα μου καμαριέρα. Και τώρα, σκεφτόμενος αυτά και κερδίζοντας τη ζωή μου από το ποδόσφαιρο, θέλω να κάνω πράγματα πρωτίστως για την οικογένειά μου και μετά για τον εαυτό μου. Ξέρω τι έκαναν οι δικοί μου για να φτάσω εδώ που έφτασα.

Τον μπαμπά μου τον έχασα στα 16 μου και ήμασταν μαζί. Εγώ δεν θα πήγαινα μαζί του να μαζέψουμε μανιτάρια εκείνο το πρωινό, γιατί είχα σχολείο, ενώ παράλληλα και ο Γιώργος Τσούκκας, ο οποίος με ανακάλυψε στις ακαδημίες της Νέας Σαλαμίνας, δεν ήθελε να πηγαίνω σε τέτοια, έλεγε «έχεις δύο πόδια και, αν τραυματιστείς, θα μείνεις στο ράφι», οπότε δεν με άφηνε να τα κάνω αυτά.

Ένα βράδυ Δευτέρας μού λέει ο πατέρας μου «θα πάω αύριο» και του λέω «θέλω να έρθω». Η μητέρα μου μου έλεγε «αν πας, θα σε προδώσω στον προπονητή» και μέχρι τις 24:00-01:00 της έστελνα μηνύματα τύπου «σε παρακαλώ, θέλω να πάω», επέμενα. Τελικά πήγαμε και έμεινε ο πατέρας μου στο βουνό. Όπως περπατούσαμε, μου λέει «δεν μπορώ άλλο». Πήρα τον θείο μου, μας έψαχνε στο βουνό, μας βρήκαν, ήρθε το ασθενοφόρο, αλλά ο μπαμπάς μου είχε πεθάνει εκεί πάνω.

Η μοίρα μάς έφερε να είμαστε εκεί μαζί. Το ότι ήθελα τόσο πολύ να πάω μαζί του ήταν σαν να ένιωθα κάτι που δεν το καταλάβαινα τότε, γιατί, όταν έγινε εκείνο το συμβάν, δεν είχα ιδέα ότι θα ήταν τόσο ακραίο, ήμουν χαλαρός, η μαμά μου έλεγε «εντάξει, θα ξαπλώσει λίγο και θα έρθει».

Αυτό με έκανε να θέλω περισσότερο να παίξω μπάλα, αν και δεν έλεγα «αυτό με επηρέασε», παρά μόνο όταν ήμουν μόνος μου. Είχε γίνει το συμβάν Τρίτη και το Σάββατο έπαιξα αγώνα και μάλιστα σημαντικό, ο πρώτος με τον δεύτερο και όποιος κέρδιζε. Είχα βάλει και γκολ εκείνη την ημέρα, 1-1 νομίζω ότι έληξε, είχα πεισμώσει, ήθελα να παίξω μπάλα για τον πατέρα μου.

Ακόμη και τώρα, όταν βάλω γκολ, κοιτάω στον ουρανό, είναι αφιερωμένο…

Της μαμάς δεν της λέω τίποτα πλέον που να αφορά στο ποδόσφαιρο και να είναι αρνητικό. Αν την πάρω τηλέφωνο και της πω «είχα έναν τραυματισμό», θα τρελαθεί, θα αγχωθεί πολύ, οπότε της λέω μόνο τα καλά, τα κακά τα κρατάω για εμένα. Είναι κοντά μου, μου λέει «υπομονή, να συνεχίσεις να δουλεύεις και κάποια στιγμή θα έρθουν όλα».

«Ας αφοσιωθώ»

Μετά την ακαδημία της Ανόρθωσης πήγα στον Ολυμπιακό Πειραιώς στην Ελεύθερη Αμμόχωστο και στη συνέχεια στην Ορμήδεια, ένα χωριό στην ομάδα του οποίου προπονητής ήταν προπονητής του κολλητού μου. Μετά πήγα στη Νέα Σαλαμίνα, η ακαδημία της οποίας διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή μου, έμεινα από τα 11 έως τα 17 μου, όταν και πήγα στη μεγάλη ομάδα.

Στην ακαδημία χαιρόμουν πολύ που ήμουν με τους φίλους μου, τους ποδοσφαιρικούς, με τους οποίους παίζαμε και μετά την προπόνηση, αλλά, όταν πήγα στην πρώτη ομάδα, δεν είχα κάποιον και ένιωθα λίγο άβολα.

Η Νέα Σαλαμίνα είναι μια μεγάλη ομάδα στην Κύπρο, λόγω και της προσφυγιάς, και θεωρούσα ότι ο σύλλογος είχε μεγαλύτερες απαιτήσεις και προσδοκίες από εμένα.

Σε αυτές τις ηλικίες κάνεις ανοησίες και το ποδόσφαιρο το αντιμετωπίζεις περισσότερο ως διασκέδαση, αλλά σε τέτοιες συνθήκες πρέπει να είσαι πιο σοβαρός, γιατί, όταν κάνεις μια βλακεία πχ εκτός γηπέδου, αυτό μπορεί να στοιχίσει και στην ομάδα. Έπρεπε να είμαι λοιπόν πολύ ήρεμος, πολύ χαλαρός και να μην κάνω χαζομάρες.

Έκανα θυσίες, πχ όσον αφορά στις διακοπές, τις εξόδους με τους φίλους μου, τα φαγητά που δεν έπρεπε να τρώω, το ότι κάποια  παιδιά πήγαιναν έξω και εγώ έπρεπε να μένω σπίτι για να κοιμάμαι σωστά κτλ, αλλά έκοψα και τις παρέες του σχολείου που δεν είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο, γιατί αυτά τα παιδιά συνήθως σου λένε «μην πας προπόνηση, έλα να πάμε έξω», κακές συνήθειες αυτές.

Ταυτόχρονα, είχα και τον προπονητή μου, τον Γιώργο Τσούκκα, ο οποίος μου είχε δώσει να καταλάβω ότι μπορώ να πετύχω, κάτι έβλεπε σε μένα. Και αφού μου άρεσε κι εμένα τόσο πολύ, λέω «ας αφοσιωθώ και ας κάνω αυτό που πιστεύουμε κι εγώ αλλά και οι άλλοι για εμένα». Το σχολείο δεν μου άρεσε, πήγαινα απλώς για να μη μείνω στην ίδια τάξη, ξέρω ότι δεν είναι ωραίο να λέω κάτι τέτοιο, αλλά έτσι ήταν.

Ο Γιώργος Τσούκκας λοιπόν με βοήθησε πάρα πολύ, είδε κάποια χαρακτηριστικά σε μένα πάνω στα οποία δουλέψαμε και άλλα τα οποία τα βελτιώσαμε. Θυμάμαι, μου έλεγε πάντα «η πρώτη επαφή είναι και η πιο σημαντική, να βλέπεις πάντα γήπεδο και να παίζεις πάντα κάθετα», αυτό μου έχει μείνει ως σημαντική συμβουλή. Καθώς η σωματοδομή μου είναι τέτοια και δεν μπορώ να έρθω σε μονομαχία με έναν παίκτη 2μ. και 90 κιλά, με συμβούλευε αυτό να το κάνω πλεονέκτημα και με τη μία επαφή να του φύγω.

Μια ευκαιρία

Τον Αύγουστο του 2018 πηγαίναμε για καφέ με τους φίλους μου και συζητούσαμε. Μου έλεγαν ότι από τη Νέα Σαλαμίνα δεν μπορεί κάποιος να πάει σε μεγάλη ομάδα, άντε να πάει σε μια μεγάλη κυπριακή. Εγώ τους έλεγα «όχι, γιατί να σκεφτόμαστε έτσι; Μπορούμε να πάμε και πιο ψηλά», ότι μπορούμε να φύγουμε από την Κύπρο και να πάμε στο εξωτερικό. Το επόμενο καλοκαίρι είχα κλείσει στον Ολυμπιακό!

Το deal με τον Ολυμπιακό έγινε ως εξής. Είχα παίξει με την Εθνική Κύπρου στα 18 μου με την Σκωτία και μετά με τη Ρωσία, ειδικά με τη δεύτερη έκανα ένα πολύ καλό ματς. Λογικά εκεί με είδαν και έκλεισα, αν και έμεινα ακόμα λίγους μήνες στη Νέα Σαλαμίνα. Αρχικά θα γινόταν τον Αύγουστο , αλλά υπήρχαν κάποια οικονομικά θέματα, είχα κάπως απογοητευτεί. Μετά από δύο μήνες όμως μου τηλεφώνησαν και πάλι, οπότε πήγα πάνω να υπογράψω.

Όταν ενημερώθηκα για το ενδιαφέρον του Ολυμπιακού, χάρηκα πάρα πολύ. Δεν το έδειξα μπροστά σε άλλους, αλλά, όταν μπήκα στο αμάξι, τσίριζα από τη χαρά μου! Ο πρώτος άνθρωπος που τηλεφώνησα ήταν η μαμά μου, η οποία έβαλε τα κλάματα, όπως κατάλαβα.

Στην αρχή ένιωθα ανασφάλεια που πήγαινα σε μια τόσο μεγάλη ομάδα, μιλούσα συνεχώς στα τηλέφωνα, αλλά στη συνέχεια, όταν πήγα στον Ολυμπιακό, γνώρισα καλά παιδιά, καλούς συμπαίκτες, έκανα καλή παρέα μαζί τους και άρχισα να νιώθω σαν στο σπίτι μου, από τους πρώτους δύο μήνες ήμουν πολύ καλά.

Ο Ολυμπιακός είχε πολύ καλή ομάδα, με προπονητή τότε τον κύριο Μαρτίνς και παίκτες όπως ο Φορτούνης και ο Γκιλιέρμε. Έκανα προπόνηση μαζί τους και έλεγα «τι παίκτες είναι αυτοί; τι κάνουν τώρα;». Ήταν και ο Ποντένσε, ο οποίος στη συνέχεια είχε πάρει μεταγραφή στη Γουλφς, ο Ελ Αραμπί, ο Βαλμπουενά, ο Τσιμίκας, ο Σα, ο Καμαρά, παίκτες με τους οποίους απολάμβανες να κάνεις προπόνηση, μπορεί να τους έκανες πάσα με το κεφάλι και να την έκαναν κοντρόλ.

Όλοι ήταν αγαπημένοι, χαρούμενοι, κάτι που το απολάμβανα, το είχα βάλει πολύ μέσα μου, γιατί, εάν απολαμβάνεις αυτό που κάνεις, θα σου βγει και στο γήπεδο.

Και δεν πρέπει να σε απασχολεί τίποτα άλλο εκτός από την προπόνηση, μόνο να δουλεύεις. Αυτό συνέβαινε στην ομάδα και με βοήθησε να το βάλω κι εγώ στο πρόγραμμά μου.

Παρόλ’ αυτά, δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη και δεν συνέχισα στον Ολυμπιακό, είχε δημιουργηθεί ο Ολυμπιακός Β’ και με έστειλαν εκεί, οπότε δεν πήρα ποτέ την ευκαιρία να παίξω με την πρώτη ομάδα του συλλόγου. Το ‘χω λίγο μέσα μου αυτό, πιστεύω ότι θα τα κατάφερνα, εάν μου είχαν δώσει την ευκαιρία, αλλά δεν πειράζει, γι’ αυτό είμαστε εδώ που είμαστε, για να συνεχίζουμε.

Πήγα στην ΑΕΛ δανεικός και ήταν μια πολύ κακή επιλογή. Κι εγώ δεν ήμουν στα καλά μου, ήταν και το διάστημα που δεν πήγαινα στην Εθνική μου, δεν με καλούσαν και είχα απογοητευτεί , σκεφτόμουν «είμαι στον Ολυμπιακό, ακόμα και αν δεν παίζω, και δεν με καλούν στην Εθνική ομάδα», αυτό με είχε ρίξει. Παράλληλα, δεν ήταν στα καλύτερά της κι η ΑΕΛ, απ’ την πρώτη κιόλας μέρα ήθελα να φύγω, δεν μου άρεσε, δεν έπαιζα, δεν ήταν καλές και οι προϋποθέσεις, τα γήπεδα, κάτι που σε απογοητεύει και χάνεις από παντού. Δεν ήμουν ο ίδιος όπως παλιά. Όσο ήμουν στην ΑΕΛ, τρωγόμουν να φύγω.

Απολαμβάνοντας το ποδόσφαιρο

Όταν πήγα για πρώτη φορά στη Λιβαδειά, ήταν “εντολή” του Ολυμπιακού, Φεβρουάριος του 2022, λίγο πριν είχε ξεκινήσει το Πρωτάθλημα λόγω κόβιντ. Αυτό το «πήγαινε εδώ, πήγαινε εκεί» , απλώς και μόνο για να σε στείλουν, είναι ό,τι χειρότερο για τον παίκτη, απογοητεύεσαι, δεν είναι ωραίο. Εμένα όμως μου άρεσε πολύ τότε να είμαι σε μια ομάδα που είχε πλάνο, ακόμα κι αν ήταν στη Β’ κατηγορία, «είμαστε μεγάλη ομάδα, θέλουμε να παίζουμε στην Α’ Εθνική». Και αυτό μου είχε μείνει.

Τελείωσε η σεζόν και γύρισα πίσω στον Ολυμπιακό, όταν έγινε και ο Ολυμπιακός Β’. Η πρώτη χρονιά ήταν πολύ καλή, αλλά στη συνέχεια έλεγα «δεν είμαι για εδώ», ήθελα να φύγω, να πάω να παίξω σε μια ομάδα με πιο μεγάλους και έμπειρους παίκτες αλλά και με στόχους, κάτι που ο Ολυμπιακός Β’ δεν είχε. Είχα έναν ακόμα χρόνο συμβόλαιο με τον σύλλογο, αλλά δεν ήθελα να μείνω άλλο.

Είχα αλλάξει μάνατζερ, με πίστευε πολύ, απ’ όταν ήμουν μικρός, και μου λέει «θέλεις να πας Λεβαδειακό;». Σκέφτηκα ότι θα ήταν πισωγύρισμα, γιατί η ομάδα ήταν Β’ Εθνική, αλλά επέμενε, «θα βγει και θα παίξεις Α’ Εθνική» Του λέω «σου έχω φουλ εμπιστοσύνη, πάμε». ‘Ηξερα ότι είναι πολύ καλά τα παιδιά εκεί, γνώριζα και τον κύριο Μιχάλη, τον Γενικό Διευθυντή της ομάδας, αλλά και τον κύριο Γιάννη Κομπότη, ο ο οποίος με ήθελε.

Είχα πει «αν δεν παίξω μπάλα στον Λεβαδειακό, θα σταματήσω το ποδόσφαιρο», όχι εντελώς, αλλά σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να δουλέψω για να παίξω μπάλα.

Στη Λιβαδειά δεν υπάρχει κάτι που να με αποσπά, κάποιες προκλήσεις, να θέλεις πχ να βγαίνεις, είναι ένας μικρός τόπος και είμαι όλη μέρα σπίτι και προπόνηση. Το σημαντικότερο είναι ότι στην ομάδα αυτή απολαμβάνω το ποδόσφαιρο πάρα-πάρα πολύ, ξυπνάω το πρωί και θέλω να πάω προπόνηση, παίζω αγώνα, τελειώνει ο αγώνας και θέλω να παίξω άλλον, να έρθει ο επόμενος. Μου αρέσει πολύ πώς συμπεριφέρονται οι συμπαίκτες μου και ο τρόπος του προπονητή μας, στον οποίον αρέσει να παίζουμε καλά, αυτό είναι και το στοιχείο μου και με ενθουσιάζει. Και αυτό βγαίνει και στο γήπεδο, γιατί, όπως είπα και προηγουμένως, αν το απολαμβάνεις και είσαι χαρούμενος με αυτό που κάνεις, μετά αυτό βγαίνει στο χορτάρι.

Ο κύριος Παπαδόπουλος, ο προπονητής μας, είναι πολύ απλός, μας λέει να απολαμβάνουμε το ποδόσφαιρο και να δίνουμε το 100% των δυνατοτήτων μας, μας δίνει πολλές οδηγίες, ειδικά στις βίντεο-αναλύσεις, και είναι ένας προπονητής που διαβάζει πολύ τις ομάδες. Επίσης, μας λέει «άγχος έχει αυτός που δουλεύει για να συντηρήσει τέσσερα μωρά, αυτός που δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ και δεν τα βγάζει πέρα. Εσύ που κάνεις αυτό που αγαπάς γιατί να έχεις άγχος;». Συνεπώς, κι εγώ δεν έχω άγχος, δεν νιώθω πίεση.

Και δεν με νοιάζει ποιος λέει για εμένα ότι μπορώ να πάω σε άλλες ομάδες, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Με ενδιαφέρουν μόνο η ομάδα μας και οι στόχοι της, οι οποίοι είναι πολύ πιο σημαντικοί από εμένα τον ίδιο.

Μας αρέσει να παίζουμε, είμαστε όλοι μαζί, όλοι έχουν όρεξη να βοηθήσουν, ακόμα και οι μεγάλοι μας, όπως ο Μάγκνουσον και ο Παλάσιος, ίσως για αυτό μπορεί να αποδίδει τόσο καλά ο Λεβαδειακός, δεν δεχόμαστε ούτε στην προπόνηση να χάσουμε την μπάλα και αυτό μας βοηθάει στο παιχνίδι μας, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε όλες τις ομάδες.

Όταν παίζω αντίπαλος με τον Ολυμπιακό, είναι σημαντικό, λέω «να το χαρείς αυτό το πράγμα, γιατί μπορεί να μην ξαναπαίξεις στο “Καραϊσκάκης” με sold out, μόνο να κερδίσεις έχεις από ένα τέτοιο παιχνίδι». Σκέφτομαι βέβαια και κάτι άλλο, «κοιτάξτε, Ολυμπιακοί, τι χάσατε», γιατί μου έχει μείνει λίγο το γιατί δεν έπαιξα, έχω ένα παράπονο, έχασα και φάσεις στο ματς του Σεπτεμβρίου 2025, θα ήθελα να έχω βάλει ένα γκολ, αλλά δεν πειράζει.

Το πλεονέκτημά μου είναι ότι, όταν κάνω λάθος, δεν με παίρνει από κάτω, όπως και να έχει. Το μεγάλο μου μειονέκτημα είναι ότι εκνευρίζομαι πολύ και έχω το κακό συνήθειο να ζητάω συνέχεια την μπάλα απ’ τους συμπαίκτες μου, φωνάζω κτλ. Παρόλ’ αυτά, οι φίλαθλοί μας είναι πολύ καλοί μαζί μου, μου λένε συνέχεια να μη φύγω και τους απαντάω ότι προτεραιότητα είναι να πάει καλά η ομάδα.

Κύπρος, ομάδα και πατρίδα

Στα 17 μου δεν πήγαινα ακόμη στην Εθνική, πήγαιναν όμως άλλοι συμπαίκτες και φίλοι μου από τη Νέα Σαλαμίνα κι εγώ τους έβλεπα, δεν είχα θυμό μέσα μου, ήμουν πολύ χαρούμενος που είχαν κληθεί. Κάποια στιγμή η ομάδα είχε προκριθεί στο Elite Round, με κάλεσε ο κύριος Γιαννάκης Οκκάς και είχα χαρεί πολύ, γιατί το να παίζεις για τη χώρα σου είναι κάτι πολύ όμορφο, ειδικά όταν ψέλνεις τον Εθνικό ύμνο πριν τον αγώνα. Το συναίσθημα ήταν πολύ ωραίο, ήμουν στα 17 μου, τότε που θέλεις να γίνεις παίκτης, οπότε λέω «α, εδώ είμαστε, σοβαρεύει το πράγμα».

Όταν ανέλαβε ο κύριος Μάντζιος, με κάλεσε για όλα τα παιχνίδια της Εθνικής, εκτός από μια περίπτωση που ήμουν τραυματίας και δεν πήγα. Μετά τα 20 μου, είτε όταν έπαιζα στον Ολυμπιακό Β’ είτε όταν αγωνίστηκα για πρώτη φορά στον Λεβαδειακό, δεν ήμουν στην Εθνική και στενοχωριόμουν, έχασα τέσσερα-πέντε χρόνια. Με την ομάδα μου στην Α’ Εθνική, θεωρώ πια ότι είναι πιο εύκολη η κλήση μου στην Εθνική Κύπρου.

Οικονομικά είμαι καλά πλέον, βοηθάω πολύ την οικογένεια μου, δεν είμαι σπάταλος και προσπαθώ να κάνω οικονομία, μήπως και αγοράσουμε κάποιο σπίτι στην Κύπρο, εκεί θα μείνω κάποτε. Νομίζω ότι, όταν ολοκληρωθεί κάποια στιγμή η καριέρα μου, στην Κύπρο θα καταλήξω, η οποία πάντα έχει καλό καιρό!

Είναι το μέρος που μεγάλωσα και αγαπώ, δεν θα μπορούσα να ζήσω κάπου αλλού, όσο ωραία και αν είναι. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, είναι σαν την Κύπρο, αλλά είναι άλλο το να μένεις κοντά στους φίλους και την οικογένειά σου.

Όταν έχω κάποιες μέρες ρεπό, πηγαίνω. Μαγειρεύει η μαμά μου για εμένα, σούβλα, κάνει μπάρμπεκιου, φτιάχνει μακαρόνια φούρνου, παστίτσιο και το χαλούμι που το αγαπώ. Με περιμένουν να κατέβω από το αεροδρόμιο πώς και πώς για να πάμε κάπου όλοι μαζί οικογενειακά.

Εάν θέλεις λοιπόν κάτι πραγματικά, το ονειρεύεσαι, το αγαπάς, του δώσεις χρόνο και το δουλέψεις, πιστεύω ότι θα έρθει, ό,τι κι αν είναι αυτό, από μια μεταγραφή μέχρι κάτι απίθανο. Κι αν ευχόμουν εγώ κάτι, αυτό θα ήταν το να έβλεπα τον πατέρα μου -για μια στιγμή- στην κερκίδα, παίζοντας.

Πηγή: athletesstories.gr

Ροη ειδησεων
Κλεισιμο